αρθρογραφία

Σφοδρές οι αντιδράσεις στο Ξινο Νερό Αμυνταίου, για την σχεδιαζόμενη εγκατάσταση φωτοβολταϊκού σταθμού μεγάλης κλίμακας ισχύος 60 MW

Σφοδρές αντιδράσεις στο Ξινο Νερό Αμυνταίου, για την σχεδιαζόμενη εγκατάσταση φωτοβολταϊκού σταθμού μεγάλης κλίμακας ισχύος 60 MW

proodos-market-amyntaion socia;33

Ανισες σχέσεις;
Τα φωτοβολταϊκά σίγουρα συμβάλλουν στην παραγωγή καθαρής ενέργειας, όμως συχνά η εγκατάστασή τους γίνεται χωρίς επαρκή αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Μια τέτοια περίπτωση, στην περιοχή Ξινού Νερού-Αμυνταίου, ισχυρίζονται οι κάτοικοι του νομού (και έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη) ότι συμβαίνει στον τόπο τους. Μιλήσαμε με τους επιστήμονες που γνωμοδότησαν για τη σχεδιαζόμενη εγκατάσταση, αλλά δεν θα μπορούσαμε να μην έχουμε και την απάντηση της εταιρείας που έχει αναλάβει το έργο.
Ησχεδιαζόμενη εγκατάσταση φωτοβολταϊκού σταθμού μεγάλης κλίμακας ισχύος 60 MW στη θέση «Ασπρη Πέτρα», στην περιοχή Ξινού Νερού-Αμυνταίου, έχει ξεσηκώσει σφοδρές αντιδράσεις και σύμφωνα με τη γνωμοδότηση τεσσάρων επιστημόνων που εξέτασαν τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) του έργου: «Είναι τεχνική και αποσπασματική χωρίς να εξετάζει επαρκώς το τοπίο ως ενιαίο κοινωνικό, οικολογικό και παραγωγικό σύστημα, ούτε τις ευρύτερες επιπτώσεις του έργου στην ποιότητα ζωής, στην τοπική οικονομία και στην καθημερινή εμπειρία των κατοίκων». Αυτά δήλωσε ο επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, δρ Ευάγγελος Παυλής.

Δεν λέει κανείς «όχι» στην ενεργειακή μετάβαση, αλλά αυτά τα έργα πρέπει να σχεδιάζονται με σεβασμό στο περιβάλλον και με τη συναίνεση των ανθρώπων που ζουν στις περιοχές όπου εγκαθίστανται. Γιατί οι άνθρωποι φοβούνται ότι η εγκατάστασή τους γίνεται χωρίς επαρκή αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, καθώς μπορεί να επηρεάσει τη βιοποικιλότητα, το τοπίο, αλλά και χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες, αφού μπορεί να επηρεάσει τις παραδοσιακές τους δραστηριότητες.

«Είμαστε αντίθετοι με την απουσία μέτρου»
Στη μελέτη των επιστημόνων επισημαίνεται ότι «το έργο δεν τεκμηριώνεται ως μέρος ενός σχεδιασμού που αποσκοπεί πρωτίστως στην κάλυψη τοπικών ενεργειακών αναγκών, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο παραγωγής και διοχέτευσης ηλεκτρικής ενέργειας σε υπερτοπική κλίμακα, στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης και της ενίσχυσης του εθνικού ενεργειακού συστήματος». Ο επίκουρος καθηγητής κ. Παυλής μάς εξήγησε ότι:
«Είναι ένα έργο ιδιαίτερα μεγάλης κλίμακας που καταλαμβάνει περίπου 1.000 στρέμματα και επιφέρει μόνιμο χωρικό μετασχηματισμό, καθώς θα “περικυκλώσει” όλη την περιοχή. Οι αλλαγές αυτές δεν είναι προσωρινές ούτε περιορίζονται στα όρια του έργου, αλλά επηρεάζουν συνολικά τον χαρακτήρα, τη λειτουργία και την εμπειρία του τόπου για τις επόμενες δεκαετίες. Η ενεργειακή σημασία του έργου δεν αναιρεί την ανάγκη ουσιαστικής αξιολόγησης των επιπτώσεών του στη γη, στο τοπίο, στην τοπική οικονομία, και στη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή πορεία της περιοχής.

«Υπογραμμίσαμε την πολυεπίπεδη και αδιάλειπτη συνεισφορά της αμπελοκαλλιέργειας στην ιστορική πορεία της Ζώνης ΠΟΠ Αμυνταίου, όπου βρίσκεται το Ξινό Νερό»
»Το μέγεθος του έργου αντιστοιχεί σε εγκατάσταση μεγάλης κλίμακας για τα δεδομένα της περιοχής, χωρίς να τεκμηριώνεται επαρκώς στην ΜΠΕ η αναλογική σύνδεσή του με συγκεκριμένες τοπικές ανάγκες ή η πρόβλεψη ουσιαστικών αντισταθμιστικών ωφελειών για την τοπική κοινωνία. Το στοιχείο αυτό προσδίδει στο έργο σαφή υπερτοπικό χαρακτήρα και καθιστά κρίσιμη την αξιολόγησή του υπό το πρίσμα της χωρικής δικαιοσύνης, της φέρουσας ικανότητας και της προστασίας των τοπικών πόρων και τοπίων».

«Κανείς δεν είναι, γενικώς, αντίθετος με τις ΑΠΕ, αλλά είμαστε αντίθετοι με την απουσία μέτρου. Το συγκεκριμένο έργο δεν συνεπάγεται απλώς συγκρούσεις χρήσεων γης – αλλάζει ριζικά τη φυσιογνωμία και τη λειτουργία του τόπου. Ως εκ τούτου, προκύπτει και μια σαφής ασυμμετρία ισχύος μεταξύ εκείνων που θα καρπωθούν τα οφέλη της επένδυσης και όσων θα υποστούν τις επιπτώσεις της», θα πει η δρ Μαρία Αλεμπάκη, κύρια ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Αγροτικής Οικονομίας και Κοινωνιολογίας ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ.

«Το αναθεωρημένο ΠΧΠ Δυτικής Μακεδονίας αναγνωρίζει ρητά το τοπίο ως περιβαλλοντικό, πολιτισμικό και αναπτυξιακό πόρο και όχι απλώς ως αισθητικό υπόβαθρο. Παράλληλα, ζητά ειδική αξιολόγηση των επιπτώσεων των έργων ΑΠΕ στο τοπίο, ιδιαίτερα σε περιοχές που έχουν ήδη δεχθεί έντονες ενεργειακές πιέσεις. Το ίδιο πλαίσιο δίνει έμφαση στη φέρουσα ικανότητα, στην αποφυγή συγκρούσεων χρήσεων γης, στην προστασία της βόσκησης και της αγροτικής παραγωγής, καθώς και στην ενίσχυση της οινοπαραγωγής, του αγροδιατροφικού τομέα και του τουρισμού. Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί στρατηγικό στόχο, αλλά σύμφωνα με το ΠΧΠ οφείλει να εντάσσεται σε ολοκληρωμένο χωρικό σχεδιασμό που διασφαλίζει τη χωρική συνοχή, την ποιότητα του τοπίου και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών.

»Δεν ζητά απλώς περισσότερες ΑΠΕ… ζητά ΑΠΕ εκεί όπου μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς να υπονομεύουν το τοπίο, την αγροτική παραγωγή και τις άλλες αναπτυξιακές προοπτικές της περιοχής», συμπληρώνει ο κ. Παυλής.
Αλλαγές στη χρήση γης
Η δρ Μ. Αλεμπάκη ανέλαβε να μας μιλήσει για τον τομέα της αμπελοκαλλιέργειας και πώς μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά από το σχεδιαζόμενο έργο. «Υπογραμμίσαμε την πολυεπίπεδη και αδιάλειπτη συνεισφορά της αμπελοκαλλιέργειας στο κείμενο της εμπειρογνωμοσύνης, στην ιστορική πορεία της Ζώνης ΠΟΠ Αμυνταίου, στην καρδιά της οποίας βρίσκεται το Ξινό Νερό: ούτε η οθωμανική κατοχή και η φυλλοξήρα, ούτε οι μεταπολεμικές εκτοπίσεις και η μεταναστευτική αιμορραγία, ούτε τα ισχυρά πλήγματα των πρόσφατων και αλληλοτροφοδοτούμενων κρίσεων κατάφεραν να εκτοπίσουν την οινοπαραγωγή, η οποία παραμένει ζωτικός κρίκος της πάλης αυτών των ακριτικών χωριών ενάντια στον αφανισμό. Τελευταία, μάλιστα, ο αμπελώνας του Ξινού Νερού προσελκύει το ενδιαφέρον οινοποιών από άλλες Ζώνες, διότι –ακόμη– αποδεικνύεται ανθεκτικός στην κλιματική αλλαγή», εξηγεί.

Στη μελέτη των επιστημόνων αναφέρεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι «οι βιομηχανικές αυτές εγκαταστάσεις δεν θα παραγάουν απλώς ενέργεια, αλλά θα λειτουργήσουν ταυτόχρονα και ως σύμβολο κυριαρχίας της αγοράς. […] Ετσι, οι παρεμβάσεις αυτές θα συμβάλουν στον μετασχηματισμό των αγροτικών οικονομιών από συστήματα βασισμένα στην παραγωγή σε κόμβους μεγάλης κλίμακας ενεργειακής παραγωγής, σηματοδοτώντας μια μετατόπιση στις σχέσεις εξουσίας, στην κυριαρχία και τον έλεγχο. […] Τοπικές οικονομίες που παραδοσιακά βασίζονται στη γεωργία, στην κτηνοτροφία και στον τουρισμό, οδηγούνται σε μεταβολές στη μορφή, στις λειτουργίες και στη διαχείριση των οικοσυστημάτων, με απρόβλεπτες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες».

«Βλέπουμε τα αμπέλια, που έχουν επιβιώσει από πολέμους, αρρώστιες, αναδιαρθρώσεις επί πολλές δεκαετίες, να κινδυνεύουν με εξαφάνιση αν εγκατασταθούν τα 2.000 στρέμματα με φωτοβολταϊκά σε απόσταση αναπνοής από τον οικισμό. Εκεί όπου τώρα αντικρίζουμε βουνά και κάμπους με βοσκοτόπια, με αμπελώνες, με σπαρτά, ξέρουμε ότι, αν δεν αντιδράσουμε, κάποιο πρωί θα ξυπνήσουμε μπροστά σε μια γυάλινη λίμνη, με αυξημένες θερμοκρασίες», λένε από τη Συντονιστική Επιτροπή κατοίκων Ξινού Νερού Φλώρινας, που βλέπουν στην εγκατάσταση του έργου μια πρωτοφανή απειλή, καθώς έτσι περιορίζεται η έκταση της καλλιεργήσιμης γης, των βοσκοτόπων, των μελισσοκομικών πάρκων, προκαλώντας σημαντική μείωση στα εισοδήματά τους.

«Η κοινωνική αποδοχή δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτημα, αλλά βασική προϋπόθεση της βιώσιμης ανάπτυξης. Στην προκειμένη περίπτωση, η ΜΠΕ δεν περιλαμβάνει ουσιαστική κοινωνική έρευνα, ούτε τεκμηριωμένη αποτύπωση των αντιλήψεων και ανησυχιών των κατοίκων. Υπάρχουν κοινωνικές αντιδράσεις, καθώς τοπικοί φορείς, συλλογικότητες, πολίτες και εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης έχουν εκφράσει επιφυλάξεις ή αρνητική στάση απέναντι σε αντίστοιχα έργα μεγάλης κλίμακας στην περιοχή. Η κοινωνική αποδοχή δεν μπορεί να τεκμαίρεται εκ των προτέρων. Οφείλει να αποδεικνύεται μέσα από ουσιαστική ενημέρωση, συμμετοχή και διαβούλευση. Οταν ένα έργο μεταβάλλει το τοπίο, τις χρήσεις γης και τις αναπτυξιακές προοπτικές ενός τόπου, η φωνή της τοπικής κοινωνίας πρέπει να αποτελεί κεντρικό στοιχείο της αξιολόγησης και όχι μια τυπική διαδικαστική παράμετρο», θα πει ο κ. Παυλής.
Κι όμως είναι προστατευόμενο τοπίο
«Ο ορεινός όγκος Βέρνον – Βίτσι διακρίνεται για την ιδιαίτερη αξία του ως τοπίου και τη μεγάλη σημασία του για τη βιοποικιλότητα. Γι’ αυτούς τους λόγους, άλλωστε, μια ευρύτατη περιοχή του ορεινού αυτού όγκου, μέρος της οποίας είναι και η ζώνη εγκατάστασης του τεράστιου φωτοβολταϊκού σταθμού με τις μπαταρίες του, κηρύχθηκε πρόσφατα από τον υπουργό Περιβάλλοντος ως προστατευόμενο τοπίο και προστατευόμενος φυσικός σχηματισμός, λέει ο δρ Νικόλαος Γιαννάκης, βιολόγος-περιβαλλοντολόγος.

Σύμφωνα όμως και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο, αυτό «διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο δημοσίου συμφέροντος, από άποψη πολιτισμική, οικολογική, περιβαλλοντική και κοινωνική» και συνιστά κοινό πόρο συνυφασμένο με μια «βιώσιμη ανάπτυξη βασισμένη σε μια ισορροπημένη και αρμονική σχέση μεταξύ κοινωνικών αναγκών, οικονομικής δραστηριότητας και περιβάλλοντος».

Τι συμβαίνει λοιπόν όταν το τοπίο αλλοιώνεται; Υπάρχουν επιδράσεις στην οικολογική και παραγωγική του λειτουργία;

«Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε μεγάλη κλίμακα μεταβάλλει ουσιαστικά το μικροκλίμα της περιοχής […] ενώ οι γεωμορφολογικές παρεμβάσεις δεν περιορίζονται σε μορφολογικές αλλοιώσεις, αλλά επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία του υδρολογικού συστήματος του τοπίου. Η πρόβλεψη σωληνωτών οχετών και φρεατίων υδροσυλλογής καταδεικνύει ότι το έργο εισάγει ένα τεχνικό σύστημα διαχείρισης της ροής, υποκαθιστώντας τη φυσική υδρολογική λειτουργία», διαβάζουμε στη μελέτη.

«Καθώς η επιστήμη προχωρά, γίνεται ολοένα πιο καθαρό ότι η φύση είναι θύμα της κλιματικής κρίσης, αλλά ταυτόχρονα είναι και ο βασικός μηχανισμός που διαμορφώνει το κλίμα και αντιστέκεται ενεργά στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Κι αυτό συγκρούεται με το κυρίαρχο αφήγημα ότι η κλιματική κρίση μπορεί να αναστραφεί μόνο με την απανθρακοποίηση της ενέργειας, μέσω της επένδυσης στη νέα τεχνολογία των ΑΠΕ. Ενα αφήγημα που διατηρεί στο προσκήνιο μια οικονομία βασισμένη –ήδη– σε υπέρβαση των ορίων του πλανήτη, χωρίς να αμφισβητεί τη μη βιώσιμη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και την απανταχού βάναυση επέκταση της ανάπτυξης των ολίγων έναντι των πολλών.

»Εν κατακλείδι, η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και μπαταριών βιομηχανικής κλίμακας σε μοναδικά φυσικά τοπία, όπως αυτά του Ξινού Νερού, δεν είναι απλώς μια κακή επιλογή χωροθέτησης. Είναι μια επιλογή που, σε συνδυασμό με τις κρυφές “βρόμικες” διεργασίες της παραγωγής τους –εξορύξεις μετάλλων, ενεργοβόρα μεταφορά και κατεργασία υλικών, καύσιμα για την κατασκευή και την εγκατάσταση– και με τα τεράστια απόβλητα στο τέλος ζωής τους, που πρακτικά δεν ανακυκλώνονται, αναιρεί πλήρως τον “πράσινο” χαρακτήρα των ΑΠΕ», καταλήγει ο κ. Γιαννάκης.
Οι θέσεις της εταιρείας
Ζητήσαμε την άποψη της εταιρείας που κατασκευάζει το έργο και ανέλαβε να μας απαντήσει ο διευθυντής Ανάπτυξης του Ομίλου Greenvolt Power στην Ελλάδα, Νίκος Καραΐσκος.

1. Για τον χαρακτηρισμό του έργου «ως ιδιαίτερα μεγάλης κλίμακας»
● Είναι γνωστό ότι η ανάπτυξη των ΑΠΕ αποτελεί στοιχείο εθνικής ενεργειακής πολιτικής και εφαρμογής των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας. Επομένως, το γεγονός ότι το έργο θα συμμετέχει στο εθνικό ενεργειακό μίγμα δεν μπορεί να λογίζεται ως κάτι αρνητικό, αφού εντάσσεται στις επιδιώξεις της Ευρωπαϊκής και της Εθνικής Νομοθεσίας. Παράλληλα, η νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας (ΣτΕ) δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τα παραπάνω: Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του τα τελευταία 15 χρόνια (Ολομ. ΣτΕ 2499/2012, ΣτΕ 1421/2013), οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ στο διασυνδεδεμένο εθνικό σύστημα υπηρετούν σκοπό «δημοσίου συμφέροντος», συνδεόμενο με την προστασία του κλίματος και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

● Η περιοχή του Αμύνταιου αποτελεί βασικό ενεργειακό κόμβο της ηπειρωτικής Ελλάδας για περισσότερο από μισό αιώνα. Το εν λόγω έργο ισχύος 60MW, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «μικρό» συγκρινόμενο με τα έργα τόσο των παλαιών ατμοηλεκτρικών σταθμών ΔΕΗ, όσο και των νέων φωτοβολταϊκών σταθμών ΔΕΗ της περιοχής. O χαρακτηρισμός λοιπόν «μεγάλης κλίμακας» για το έργο αυτό είναι υπερβολικός όχι μόνο για τα δεδομένα της περιοχής, αλλά και διότι η «ομάδα μελέτης» παραβλέπει τα εξής πραγματικά χαρακτηριστικά του έργου:

Η πραγματική επιφάνεια που θα καταληφθεί από τον εξοπλισμό του έργου είναι σημαντικά μικρότερη και ανέρχεται σε 222 στρέμματα.

Προβλέπεται η εγκατάσταση περιμετρικών και εσωτερικών φυτεύσεων (σύμφωνα με τη νομοθεσία) στα γήπεδα εγκατάστασης του εξοπλισμού, συνολικής έκτασης περίπου 153 στρ., οι οποίες αναμένεται να περιορίσουν περαιτέρω την ορατότητα του έργου από τον οικισμό του Ξινού Νερού και τους λοιπούς οικισμούς της ευρύτερης περιοχής.

2. Για τη σύγκρουση με το ΠΧΠ Δυτικής Μακεδονίας
Η επίκληση του αναθεωρημένου ΠΧΠ Δυτικής Μακεδονίας (ΥΠΕΝ/ΔΧΩ ΡΣ /47965/828, ΦΕΚ398Δ-2024) δεν βοηθά ούτε κατ’ ελάχιστον την επιχειρηματολογία της «ομάδας μελέτης» κατά του έργου.

● Σύμφωνα με τον Χάρτη Π2α, που συνοδεύει το αναθεωρημένο ΠΧΠ Δυτικής Μακεδονίας, η θέση του έργου (5 χλμ. δυτικά του Αμύνταιου) βρίσκεται σε περιοχή που χαρακτηρίζεται ως «κοιτάσματα λιγνίτη σε απόσυρση». Δεν αποτελεί καλλιεργούμενη έκταση και δεν υφίσταται σύγκρουση χρήσης με την «παραγωγή οίνου» όπως εσφαλμένα αναφέρει η ομάδα μελέτης.

● Η ομάδα μελέτης επικεντρώνεται στο ζήτημα του «τοπίου», επικαλούμενη βιβλιογραφία για ζητήματα «οπτικής όχλησης». Ωστόσο, η βιβλιογραφία που παρατίθεται αφορά αιολικούς σταθμούς και όχι φωτοβολταϊκά. Περαιτέρω και το αναθεωρημένο ΠΧΠ Δυτικής Μακεδονίας, στο 3ο εδάφιο της Παραγράφου Β1 του Αρθρου 12 (σελίδα 5694 στο ΦΕΚ), αναφέρει επί λέξει: «Για την ανάπτυξη αιολικών συστημάτων (μεμονωμένων ή σε συστοιχίες) προς παραγωγή ενέργειας θα πρέπει να λαμβάνεται ειδική μέριμνα για την αξιολόγηση των επιπτώσεών τους στο τοπίο».

Αντιθέτως, για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς το αναθεωρημένο ΠΧΠ, στο 2ο εδάφιο της Παραγράφου Β1 του Αρθρου 12 (σελίδα 5694 στο ΦΕΚ), καθορίζει πως η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών σταθμών «υπόκειται στους κανόνες, τους όρους και τους περιορισμούς του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, όπως εκάστοτε ισχύει», κάτι που έχει ήδη τηρηθεί.

3. Περί «κυριαρχίας της αγοράς»
● Ο ισχυρισμός ότι οι εγκαταστάσεις ΑΠΕ αποτελούν «σύμβολο κυριαρχίας της αγοράς» ή ότι μεταβάλλουν τις «σχέσεις εξουσίας» πάσχει, διότι βασίζεται στην προσωπική γνώμη των συντακτών. Ωστόσο, οι προσωπικές και πολιτικές απόψεις δεν συνιστούν κριτήρια νομιμότητας αδειοδότησης ενός έργου ΑΠΕ κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 2499/2012).

● Τέλος, είναι παντελώς αυθαίρετος ο ισχυρισμός της «ομάδας μελέτης» περί «μεταβολής της τοπικής οικονομίας». Σύμφωνα με όλες τις δημοσιευμένες εκθέσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), τα αίτια μεταβολής των αγροτικών οικονομιών περιλαμβάνουν i) τη δημογραφική γήρανση, ii) την κλιματική αλλαγή, iii) την αστυφιλία, iv) τις τεχνολογικές εξελίξεις.

4. Για το προστατευόμενο τοπίο
Η θέση του έργου (Ξινό Νερό) δεν σχετίζεται με τα φυσικά συστήματα-ορεινούς όγκους, όπως περιγράφονται αναλυτικά στο Αρθρο 10 του αναθεωρημένου ΠΧΠ Δυτικής Μακεδονίας. Η θέση του έργου σύμφωνα με το ΠΧΠ χαρακτηρίζεται «περιοχή με κοιτάσματα λιγνίτη σε απόσυρση» (βλέπε Χάρτη Π2α που συνοδεύει το αναθεωρημένο ΠΧΠ).

Επιπλέον, ως γενική επισήμανση, ο χαρακτηρισμός μιας περιοχής ως Προστατευόμενου Τοπίου δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτού, τον αποκλεισμό της ανάπτυξης έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Η δυνατότητα εγκατάστασης τέτοιων έργων εξαρτάται από τις χρήσεις γης και τους ειδικούς όρους που καθορίζονται για τις επιμέρους ζώνες προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1650/1986 και του Π.Δ. 59/2018.

Στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει κανονιστική διάταξη που να αποκλείει τη χωροθέτηση του έργου στην εξεταζόμενη περιοχή.

Για τη διαβούλευση
Η ενημέρωση της τοπικής κοινωνίας για τις περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις είναι θεσμικά κατοχυρωμένη από Οδηγίες της Ε.Ε. και προκαθορισμένη ως προς τη διαδικασία, τον χρόνο και τη μορφή. Σκοπός της ενιαίας διαδικασίας ήταν η εναρμόνιση των περιβαλλοντικών αδειοδοτήσεων μεταξύ των κρατών-μελών Ε.Ε. για την επίτευξη διαφάνειας και κοινών κανόνων. Ηδη σήμερα όλες οι ευρωπαϊκές οδηγίες έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία. Ειδικότερα, με τον Νόμο 4014/2011 μεταξύ άλλων καθορίστηκε η υποχρεωτική διαδικτυακή δημοσιοποίηση των μελετών και η λειτουργία Ηλεκτρονικού Περιβαλλοντικού Μητρώου (ΗΠΜ). Αυτά γίνονται υποχρεωτικά μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας του υπουργείου Περιβάλλοντος στην οποία συμμετέχει το κοινό, με απόλυτη διαφάνεια.

Πηγή – efsyn.gr

Κάντε εγγραφή στο Νewsletter μας και μείνετε ενημερωμένοι με όλες τις νέες καθημερινές ειδήσεις, στα εισερχόμενα σας!

  1. Το amyntaionews.gr ανά τακτά χρονικά διαστήματα στέλνει ενημερωτικά email σε αναγνώστες, που το έχουν επιλέξει.Τα newsletter μπορεί να καταλήξουν στο spam folder, οπότε παρακαλούμε να ελέγχετε τακτικά ότι δεν αποθηκεύονται εκεί.

Google-news1

 

You may also like

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.